Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΠΕΔΩΝ ΤΗΣ ΒΙΤΑΜΙΝΗΣ D ΣΤΗ ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ ΕΜΦΑΝΙΣΗΣ ΠΡΟΔΙΑΒΗΤΗ Ή ΔΙΑΒΗΤΗ ΤΥΠΟΥ ΙΙ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΜΙΑΣ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΜΕ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗΣ 4 ΧΡΟΝΩΝ

 Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΠΕΔΩΝ ΤΗΣ ΒΙΤΑΜΙΝΗΣ D ΣΤΗ ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ ΕΜΦΑΝΙΣΗΣ ΠΡΟΔΙΑΒΗΤΗ Ή ΔΙΑΒΗΤΗ ΤΥΠΟΥ ΙΙ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΜΙΑΣ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΜΕ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗΣ 4 ΧΡΟΝΩΝ
Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου ΙΙ είναι μια ομάδα διαταραχών που προκύπτουν από το συνδυασμό μιας γενετικής προδιάθεσης και από τους συμπεριφοριστικούς, διατροφικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες της ζωής ενός ανθρώπου.

Η παθογένεια του σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ περιλαμβάνει την σχετικά ανεπαρκή έκκριση ινσουλίνης και την ινσουλινοαντίσταση.

Η διατροφή, ως παράγοντας κινδύνου για την εμφάνιση του σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ, έχει φανεί να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη φυσιολογία των παγκρεατικών β-κυττάρων στη δράση τους όσο αναφορά την έκκριση ινσουλίνης, σύμφωνα με ισχυρές ενδείξεις.

Με βάση αυτό, τροποποιήσιμοι παράγοντες κινδύνου όπως τα θρεπτικά συστατικά που σχετίζονται με τη δυσλειτουργία των β-κυττάρων ενδεχομένως να μπορούν να έχουν αποτελεσματική επίδραση στη θεραπεία ή την πρόληψη του σακχαρώδης διαβήτη.

Η βιταμίνη D, ως ένα απαραίτητο μικροθρεπτικό συστατικό για την ανθρώπινη υγεία, έχει λάβει μεγάλη προσοχή λόγω του μεγάλου αριθμού μη οστικών δράσεων, συμπεριλαμβανομένης της επίδρασης της στην παγκρεατική έκκριση ινσουλίνης αλλά και στη δράση της.

Επιδημιολογικές μελέτες έχουν δείξει ότι η ανεπάρκεια της βιταμίνης D είναι ευρέως διαδεδομένη στα άτομα με διαβήτη, καθώς επίσης πολλά στοιχεία υποδηλώνουν ότι ένα χαμηλό επίπεδο 25-υδροξυβιταμίνης D στον ορό [25 (OH) D], συνδέεται αντιστρόφως με μια μειωμένη ανοχή στη γλυκόζη (IGT) . Επιπλέον, αυξημένη πρόσληψη βιταμίνης D έχει φανεί να συνδέεται σημαντικά με χαμηλότερο κίνδυνο διαβήτη τύπου ΙΙ (T2DM).

Ο στόχος της παρούσας ερευνητικής μελέτης  ήταν να αξιολογηθεί η σχέση μεταξύ της βιταμίνης D και των περιστατικών που θα εμφανίσουν προδιαβήτη ή διαβήτη τύπου ΙΙ. Πρόκειται για μια 4ετή μελέτη παρακολούθησης, με στόχο τον προσδιορισμό του επιπολασμού στη συχνότητα εμφάνισης διαβήτη τύπου ΙΙ και τις μεταβολικές διαταραχές.

Στη μελέτη συμπεριλήφθησαν τελικά 490 άτομα ηλικίας 20-74 ετών. Αρχικά έγινε αξιολόγηση των επιπέδων της βιταμίνης D, με τη λήψη δειγμάτων αίματος νηστείας από τον Ιούνιο έως τον Αύγουστο του 2007. Έγινε προσδιορισμός των επιπέδων βιταμίνης D που μετρήθηκε ως ορός 25 (ΟΗ) D, χρησιμοποιώντας κιτ ανοσοπροσδιορισμού ενζύμων.

Η συχνότητα εμφάνισης διαβήτη κατά την παρακολούθηση καθορίστηκε με υποβολή της δοκιμής ανοχής γλυκόζης [γλυκόζη πλάσματος νηστείας (FPG) ≥7 mmol / L ή 2 ώρες δοκιμασία γλυκόζης πλάσματος (2 h-PG)post-OGTT≥11,1 mmol / L], ή τη θεραπεία με ινσουλίνη ή τη θεραπεία με από του στόματος υπογλυκαιμικούς παράγοντες.

Τέλος, έγινε συλλογή ερωτηματολογίων και ανθρωπομετρίες από ειδικά εκπαιδευμένο προσωπικό. Καταγράφηκαν τα δημογραφικά στοιχεία, οι παράγοντες κινδύνου, το οικογενειακό ιστορικό, το ιατρικό ιστορικό αλλά και οι ανθρωπομετρικές παράμετροι.

Για τη διάγνωση του διαβήτη ή προδιαβήτη (χαμηλή ανοχή γλυκόζης ή ινσουλινοαντίσταση) χρησιμοποιήθηκαν τα διαγνωστικά κριτήρια από τον  Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας του 1999 (WHO). Η υπεργλυκαιμία περιλάμβανε διάγνωση διαβήτη ή προδιαβήτη.

Η παραπάνω διαδικασία έγινε κατά την έναρξη της μελέτης και η δεύτερη εξέταση έγινε τέσσερα χρόνια μετά. Από τα 490 άτομα (180 άνδρες και 310 γυναίκες) που κατά την έναρξη της μελέτης είχαν απουσία διαβήτη ή προδιαβήτη, μετά την τετραετή παρακολούθηση χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες με βάση το μεταβολισμό της γλυκόζης [την κανονική ανοχή γλυκόζης (NGT)],  τον προδιαβήτη ή τον διαβήτη τύπου ΙΙ. 

Οι συμμετέχοντες της παρούσας μελέτης ήταν ηλικίας 45,8 ± 13,5 ετών και το 63,3% των συμμετεχόντων ήταν γυναίκες. Επίσης, έγινε σύγκριση των κλινικών χαρακτηριστικών και των βιοχημικών μεταβλητών σύμφωνα με τα επίπεδα της βιταμίνης D όπου χωρίστηκαν τα άτομα σε υποκατηγορίες με βάση τα επίπεδα βιταμίνης D ορού (Q1=13,93-33,56nnmol/L, Q2=33,57-40,11nnmol/L, Q3=40,12-46,38nnmol/L, Q4=46,39-80,30nnmol/L).

Κατά την έναρξη της έρευνας δεν υπήρχαν σημαντικές διαφορές στα επίπεδα γλυκόζης πλάσματος και στη συγκέντρωση ινσουλίνης μεταξύ των υποκατηγοριών της βιταμίνης D, καθώς και η ευαισθησία στην ινσουλίνη και η λειτουργία των β-κυττάρων ήταν επίσης συγκρίσιμη. Μετά από την τετραετή παρακολούθηση 95 άτομα , δηλαδή ποσοστό 19,4% των ατόμων εμφάνισαν προδιαβήτη (χαμηλή ανοχή γλυκόζης ή ινσουλινο-αντίσταση) και το 6,3% των συμμετεχόντων εμφάνισαν διαβήτη τύπου ΙΙ.

Παρατηρήθηκε επίσης,  συσχέτιση μεταξύ των χαμηλών επιπέδων 25(ΟΗ)D και του κινδύνου εμφάνισης τόσο προδιαβήτη όσο και διαβήτη τύπου ΙΙ, μετά από προσαρμογή παραγόντων όπως ηλικία, φύλο, οικογενειακό ιστορικό, δείκτη μάζας σώματος και των υπόλοιπων παραγόντων που εξετάστηκαν.

Συμπερασματικά, σε αυτή την 4ετή προοπτική ερευνητική μελέτη παρακολούθησης αναφέρθηκε ότι χαμηλά επίπεδα 25(ΟΗ)D προβλέπουν μελλοντικά την εμφάνιση μεταβολικών διαταραχών όπως προδιαβήτη ή διαβήτη τύπου ΙΙ.

Αυτό υποδεικνύει το πιθανό ρόλο της βιταμίνης D στην ανάπτυξη και τη παθοφυσιολογία του προδιαβήτη και του διαβήτη τύπου ΙΙ. Επιπλέον, εξετάστηκε και η σχέση μεταξύ των βασικών επιπέδων 25 (OH) D και της ινσουλινοαντίστασης αλλά και της λειτουργίας των β-κυττάρων. Απεικονίζεται μια ανεξάρτητη σύνδεση μεταξύ των επιπέδων των 25 (OH) D και της εμφάνισης υπεργλυκαιμίας (προδιαβήτη και διαβήτη τύπου ΙΙ) καθώς και συσχέτιση μεταξύ ανεπαρκή επιπέδων 25 (OH) D και αύξησης της αντίστασης στην ινσουλίνη στα υγιή άτομα.

Πηγή:
Gao, Y., Zheng, et al 2018. Vitamin D and Incidence of Prediabetes or Type 2 Diabetes: A Four-Year Follow-Up Community-Based Study. Disease markers, 2018.
Πείτε μας τη γνώμη σας
Παρακαλώ Επιλέξτε Βαθμολογία...

Παρακαλώ Εισάγετε Όνομα...

Παρακαλώ ελέγξτε το πεδίο ασφαλείας.
Ευχαριστούμε για τον χρόνο σας. Είναι σημαντική για εμάς η άποψή σας! Το σχόλιο σας θα εμφανιστεί σε λίγο.
Είσοδος Μελών
Διεύθυνση E-Mail:
Κωδικός:
Νέος Πελάτης
Είστε νέος πελάτης;
Με τη δημιουργία λογαριασμού στο Natural Doctor έχετε τη δυνατότητα να ψωνίζετε πιο γρήγορα, να είστε ενημερωμένοι για την κατάσταση των παραγγελιών σας, και να κρατάτε αρχείο των παραγγελιών που έχετε κάνει.