Ανεπάρκεια Σιδήρου: Διάγνωση & Θεραπεία

 Ανεπάρκεια Σιδήρου: Διάγνωση & Θεραπεία

Οι διαταραχές του μεταβολισμού του σιδήρου είναι μια κοινή παθολογική κατάσταση. Η ανεπάρκεια σιδήρου ή σιδηροπενία είναι η πιο κοινή μορφή διατροφικού ελλείμματος. Στο ανθρώπινο σώμα, ο σίδηρος βρίσκεται σε όλα τα κύτταρα εκτελώντας διάφορες ζωτικές λειτουργίες-μεταφέρει οξυγόνο στους ιστούς από τους πνεύμονες με τη μορφή αιμοσφαιρίνης, χρησιμεύει σαν μεταφορικό μέσο για τα ηλεκτρόνια μέσα στα κύτταρα με τη μορφή κυτοχρωμάτων και σαν αναπόσπαστο κομμάτι ενζυμικών αντιδράσεων σε διάφορους ιστούς.

Η ανεπάρκεια σιδήρου μπορεί να εμποδίσει αυτές τις ζωτικές λειτουργίες και να οδηγήσει σε εκδήλωση νόσων και θνησιμότητα.Τα χαμηλά επίπεδα σιδήρου του σώματος με ή χωρίς αναιμία εκτιμάται ότι επηρεάζει 2 δισεκατομμύρια ανθρώπους, επηρεάζοντας κατά προσέγγιση, 1 στους 8 ανθρώπους.

Η συστηματική ομοιόσταση του σιδήρου βρίσκεται υπό τον έλεγχο της εψιδίνης που κυριαρχείται από τις ερυθροποιητικές ανάγκες για τη σύνθεση της αιμοσφαιρίνης.

Τα άτομα με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ανεπάρκειας σιδήρου είναι, τα μικρά παιδιά και οι έφηβοι, εξαιτίας της  ταχείας ανάπτυξης και της αυξημένης ανάγκης για ερυθροποίηση, οι γυναίκες μετά τον τοκετό, καθώς και οι τακτικοί αιμοδότες. Επίσης, η σιδηροπενία μπορεί να προκύψει από την ανεπαρκή πρόσληψη σιδήρου ή από δίαιτες που δεν έχουν επαρκή βιοδιαθεσιμότητα και επαρκείς πηγές σιδήρου.

Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, η αναιμία που προκύπτει από ανεπάρκεια σιδήρου μπορεί να έχει επιζήμια αποτελέσματα στη γνωστική ανάπτυξη στα παιδιά, στις σωματικές επιδόσεις και στη σωματική άσκηση, στην παραγωγικότητα της εργασίας σε ενήλικες αλλά μέχρι και να οδηγήσει σε δυσμενή αποτελέσματα στην εγκυμοσύνη.  Η άμεση επίδραση της έλλειψης σιδήρου στους ιστούς έχει αντίκτυπο στην ερυθροποίηση ιστών (μύες, καρδιά και εγκέφαλο).

Η εργαστηριακή διάγνωση της αναιμίας από έλλειψη σιδήρου είναι καλά καθιερωμένη, με εξαίρεση τις περιπτώσεις  χρόνιων λοιμώξεων/ φλεγμονών, όπου οι αυξημένες κυτοκίνες και η εψιδίνη προκαλούν κακή κατανομή σιδήρου στο σώμα, γεγονός που συγχέει τις διαγνωστικές παραμέτρους.

Η ανεπάρκεια σιδήρου συνήθως αναπτύσσεται αργά στον οργανισμό. Η μείωση των επιπέδων αποθέματος σιδήρου (ανεπάρκεια σιδήρου) και η κυκλοφορία (περιορισμένη ερυθροποίηση σιδήρου ) καθίστανται ανεπαρκείς για την πλήρη αιμοσφαιρίνοποίηση των ώριμων ερυθροβλαστών (σιδηροπενική αναιμία) και η πεπτιδική ορμόνη του ήπατος, εψιδίνη, καταστέλλεται μεταγραφικά. Τα επίπεδα εψιδίνης ορού είναι σημαντικά χαμηλότερα στις νεαρές γυναίκες με αρνητική ισορροπία σιδήρου συγκριτικά  με τους άνδρες και τις μεταεμμηνοπαυσιακές γυναίκες και είναι μη ανιχνεύσιμα στον ορό ατόμων με σιδηροπενική αναιμία. Η μείωση της εψιδίνης ενισχύει, αφενός την απελευθέρωση σιδήρου στο πλάσμα και αφετέρου την προσπάθεια διατήρησης της τρανσφερρίνης.

Κύριες αιτίες ανεπάρκειας σιδήρου:

Φυσιολογικές αιτίες: Αυξημένη ζήτηση σιδήρου: νηπιακή ηλικία, εφηβική ηλικία, 2ο  και 3ο τρίμηνο εγκυμοσύνης.

Ανεπαρκής πρόσληψη: Υποσιτισμός, χορτοφαγία, vegan διατροφή, τρόφιμα φτωχά σε σίδηρο.

Μειωμένη απορρόφηση: Γαστρεκτομή, δωδεκαδακτυλική διέλευση, βαριατρική χειρουργική επέμβαση, λοίμωξη από ελικοβακτήριο του πυλωρού, κοιλιοκάκη, ατροφική γαστρίτιδα, φλεγμονώδεις παθήσεις των εντέρων, φάρμακα (αναστολείς αντλίας πρωτονίων, αναστολείς Η2), γενετικής προέλευσης σιδηροπενική αναιμία.

Χρόνια απώλεια αίματος: Γαστρεντερική οδός: οποιαδήποτε καλοήθης ή κακοήθης βλάβη,  φάρμακα (σαλικυλικά, κορτικοστεροειδή, μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη ), ουρογεννητικό σύστημα: βαριά αιμορραγία της μήτρας, ενδοαγγειακή αιμόλυση, Αιμορραγίες , Τακτικοί αιμοδότες.

Συνδεόμενη με άλλες συνθήκες: Χρόνια νεφρική νόσος, φλεγμονώδεις παθήσεις του εντέρου, καρδιακή ανεπάρκεια, παχυσαρκία.

Η από του στόματος χορήγηση συμπληρώματος σιδήρου είναι η πρώτη γραμμή θεραπείας της σιδηροπενικής αναιμίας. Πρωτόκολλα για τη δοσολογία και τη διάρκεια της θεραπείας είναι σαφώς καθορισμένα. Οι ενήλικες ασθενείς με αναιμία θεραπεύονται ιδανικά με άλατα σιδήρου που περιέχουν 100-200 mg στοιχειακού σιδήρου. Μπορεί να χρησιμοποιηθούν χαμηλότερες δόσεις, με λιγότερες παρενέργειες, σε μεμονωμένους ασθενείς. Το χρυσό πρότυπο της στοματικής επεξεργασίας σιδήρου είναι o θειικός σίδηρος αλλά αποτελεσματικές ενώσεις είναι και ο φουμαρικός σίδηρος, ο γλυκονικός, ο καρβονυλικός και ο διγλυκινικός σίδηρος. Κάποια συμπτώματα που μπορεί να προκύψουν είναι δυσπεψία, ναυτία, έμετος, κοιλιακό άλγος, δυσκοιλιότητα ή διάρροια, πιθανώς λόγω των οξειδωτικών ιδιοτήτων του σιδήρου στον γαστρεντερικό βλεννογόνο, παρενέργειες που έχουν φανεί μειωμένες με τη συμπλήρωση διγλυκινικού σιδήρου.

Μια πρόσφατη μετα-ανάλυση ελεγχόμενων δοκιμών έχει δείξει ότι οι γαστρεντερικές παρενέργειες είναι περισσότερο συχνές με τη λήψη από του στόματος σιδήρου σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο ή με την ενδοφλέβια χορήγηση σιδήρου.

Ωστόσο, η από του στόματος λήψη συμπληρώματος σιδήρου είναι αποτελεσματική στη καταπολέμηση της αναιμίας και αποτελεί τον βασικό πυλώνα της θεραπείας για τους περισσότερους ασθενείς με σιδηροπενική αναιμία. O βέλτιστος τρόπος συμπλήρωσης σιδήρου εξαρτάται από πολλούς παράγοντες που σχετίζονται με τον ασθενή και το είδος του συμπληρώματος.

Πηγή:
Camaschella, C. (2015). Iron deficiency: new insights into diagnosis and treatment. ASH Education Program Book, 2015(1), 8-13.

Πείτε μας τη γνώμη σας
Παρακαλώ Επιλέξτε Βαθμολογία...

Παρακαλώ Εισάγετε Όνομα...

Παρακαλώ ελέγξτε το πεδίο ασφαλείας.
Ευχαριστούμε για τον χρόνο σας. Είναι σημαντική για εμάς η άποψή σας! Το σχόλιο σας θα εμφανιστεί σε λίγο.
Είσοδος Μελών
Διεύθυνση E-Mail:
Κωδικός:
Νέος Πελάτης
Είστε νέος πελάτης;
Με τη δημιουργία λογαριασμού στο Natural Doctor έχετε τη δυνατότητα να ψωνίζετε πιο γρήγορα, να είστε ενημερωμένοι για την κατάσταση των παραγγελιών σας, και να κρατάτε αρχείο των παραγγελιών που έχετε κάνει.